Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Ψυχογενής Ανορεξία

H ψυχογενής ανορεξία και η νευρική βουλιμία αποτελούν δύο όψεις τους ίδιου νομίσματος και αναφέρονται η πρώτη στην παράλογη άρνηση τροφής και η δεύτερη στην παράλογη και υπερβολική κατανάλωση τροφής. Οι πρώτες περιπτώσεις αυτής της διαταραχής καταγράφονται το 17ο αιώνα. Σήμερα η ψυχογενείς ή ανορεξία συναντάται κυρίως σε κοπέλες ( ποσοστά 90% έως 95%) που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της προχωρημένης εφηβείας, καθώς και σε νεαρές γυναίκες που βρίσκονται αντιμέτωπες, από τη μια μεριά, με τις επικείμενες ψυχοκοινωνικές ευθύνες του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της καριέρας και από την άλλη, με την ανάγκη για ανεξαρτησία και αυτο-ολοκλήρωση. Τα κρούσματα φτάνουν τις 2 – 3 περιπτώσεις ανά 10.000 κατοίκους των σύγχρονων ανεπτυγμένων κοινωνιών της Ευρώπης και της Αμερικής. Συλλυπητήρια
Η ανορεξική γυναίκα επινοεί πολλά τεχνάσματα για να επιτύχει το στόχο να παραμείνει λεπτή και ανάλαφρη, σχεδόν αιθέρια ως ύπαρξη: καθολική αποφυγή φαγητού ή δραματική ελάττωση τροφής, έμετοι που ακολουθούν έντονες κρίσεις βουλιμικής συμπεριφοράς, ακόμη και χρήση καθαρκτικών. Τα συμπτώματα είναι εμφανή στην γενική σωματική καχεξία, κυάνωση των άκρων, βραδυκαρδίες, ελάττωση μυϊκού τόνου, πτώση του σφρίγους του στήθους.
Τι αιτιολογικό υπόβαθρο είναι, σαφώς ψυχολογικό. Το ανορεξικό άτομο συχνά έχει ζήσει σε οικογένεια όπου ο ένας ή και οι δύο γονείς ασχολούνταν υπέρμετρα με θέματα σωστής διατροφής και έδινα υπερβολική προσοχή στην κατανάλωση θερμίδων.
Το άτομο γίνεται ανορεξικό επειδή πιστεύει ότι έτσι επαναστατεί απέναντι σε συγγενείς και φίλους που το απορρίπτουν ή γιατί με την εικόνα του σώματος που παρουσιάζει αποκτά το ενδιαφέρον τους. Σε ακραίες περιπτώσεις με την ανορεξική συμπεριφορά το άτομο επιδιώκει τον καθολικό αφανισμό του, δηλαδή τη αυτοκτονία.
Η θεραπευτική προσέγγιση, εκτός των περιπτώσεων διαγνωσμένης σχιζοφρενικής συμπεριφοράς ή καχεξίας που καθιστά απαραίτητη την εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, επικεντρώνεται στην παροχή ψυχολογικής βοήθειας και υποστήριξης: γίνεται προσπάθεια να εντοπιστούν και να ελεγχθούν οι συμβολικές αντιδράσεις του ατόμου που αποτελούν το νευρωσικό του υπόστρωμα εκδήλωσης του προβλήματος.