Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Ο σκύλος και οι γάμπες

Σήμερα το πρωί ξύπνησα σκύλος. Ήμουν ένας σκύλος σχετικά μεγαλόσωμος, με μαύρη γυαλιστερή γούνα κι ένα άσπρο μπάλωμα στο στήθος. Όχι συγκεκριμένης ράτσας. Η μουσούδα μου ήταν μαύρη, με ένα άσπρο αστέρι στο μέτωπο.
Εμάς τα αδέσποτα της Αθήνας μας μάζεψαν όταν έγιναν οι Ολυμπιακοί αγώνες στην πόλη και μας έκλεισαν σε κλουβιά. Δεν ήθελαν να μας δουν οι τουρίστες που θα έρχονταν. Μόλις όμως οι αγώνες τελείωσαν μας έβγαλαν από τις φυλακές μας και μας έριξαν πάλι στους δρόμους.
Και αυτό όμως ένα είδος φυλακής είναι. Η πόλη μου είναι άχρωμη, βρώμικη και απρόσωπη και μάλιστα πρέπει να ψάχνεις μόνος το φαγητό σου στα σκουπίδια των ανθρώπων. Είναι όμως πολύ πιο ευρύχωρα, έχει περιπλάνηση και θέαμα δωρεάν. Ύπνο κάτω από τα αστέρια, χειμώνα καλοκαίρι, φτάνει - φυσικά να μην βρέχει.
Έβρεχε σήμερα όλη τη μέρα. Τα κόκαλά μου σάπισαν από την υγρασία. Όταν βρέχει οι άνθρωποι βαδίζουν πιο γρήγορα.
Μα που πάνε όλοι αυτοί τόσο βιαστικά; Οι περισσότεροι τρέχουν όπως τα νευρόσπαστα.
Βρισκόμουν στο φανάρι της Πανεπιστημίου όταν είδα τις γυναικείες γάμπες. Στεκόταν μπροστά μου και ήταν υπέροχες. Μαγεμένος τις ακολούθησα, με κίνδυνο να καταλήξω αλοιφή κάτω από τις ρόδες κάποιου παλαβωμένου αυτοκινήτου.
Όταν φτάσαμε στον απέναντι πεζοδρόμιο, οι γάμπες σταμάτησαν και με περίμεναν. Δεν έμοιαζαν με τις άλλες γάμπες αυτές. Έτρεξα κουνώντας την ουρά ξοπίσω τους. Μύριζαν θεϊκά. Ένας σκύλος μυρίζει ασύγκριτα πιο καθαρά από τους ανθρώπους. Άγγελοι και σκύλοι δεν διαφέρουν πολύ. Τουλάχιστον έτσι λένε.
Ακολούθησα τις γάμπες όλο τον μέχρι σπίτι τους. Μου επέτρεψαν να μπω. Με τάισαν. Με χάιδεψαν. Τη νύχτα κοιμηθήκαμε πλάι πλάι.
Ήταν προφανές ότι θα μπορούσα να μείνω όσο ήθελα σ’ αυτό το σπίτι.
Το επόμενο πρωί έφερε μια απίστευτη λιακάδα. Οι γάμπες άνοιξαν την πόρτα για να βγουν αλλά τότε ακριβώς χτύπησε το τηλέφωνο. Οι υπέροχες γάμπες εξαφανίστηκαν στον διάδρομο, αφήνοντας την εξώπορτα μισάνοιχτη.
Ήταν μια μονοκατοικία κι ο δρόμος περνούσε από μπροστά.
Ήμουν ακόμα αδέσποτος και το γεγονός αυτό με πλημμύρισα χαρά μια τέτοια μέρα. Μπορούσα να πάω όπου ήθελα, να τρέξω, να παίξω, να κυλιστώ, να την αράξω με τις ώρες αρμέγοντας τον ήλιο.
Βρέθηκα στην αυλή, μέσα στον δρόμο. Η ίδια μου η κίνηση με οδήγησε μακριά. Σ’ άλλες γειτονιές, σε καινούριους φίλους.
Όταν ξαναγύρισαν οι γάμπες στο μυαλό μου, δεν ήταν παρά μια μακρινή γλυκιά ανάμνηση
.
Από το βιβλίο του Κωστή Γκιμοσούλη <<η κραυγή της πεταλούδας>>
Υ.Γ.Στην ανάρτηση αυτή, όταν την ανέβασα εδώ το μεσημέρι καθώς έκανα copy – paste από το word είχα ξεχάσει να βάλω το όνομα του συγγραφέα. Μετά κάποιος ανώνυμος επισκέπτης μου το είπε και συμπλήρωσα το όνομα του συγγραφέα. Δεν είχα καμία πρόθεση να εμφανίσω κείμενο που δεν είναι δικό μου, για δικό μου. Αυτό προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Ζητώ συγνώμη από όλους εσάς, αν φάνηκε ότι αυτό έκανα . Μετά από αυτό ένιωσα πολύ άβολα...