Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

H τσιγγάνα!

Τότε στα χρόνια της αθωότητας και της ανεμελιάς
αν ήξερα τι θα ακολουθήσει,
θα καθόμουν λίγο παραπάνω στην αμμουδιά,
να κοιτώ τον ήλιο να βυθίζεται μέσα
στη θάλασσα, προσπαθώντας να ακούσω το
 νερό να σφυρίζει καθώς θα έδυε μέσα του.
Θα ξάπλωνα,
ξενυχτώντας  με την πλάτη στο πάτωμα της ταράτσας ,
τις αυγουστιάτικες νύχτες κοιτώντας τον ουρανό,
για να μετρώ τα αστέρια που πέφτουν!
Απλά να τα μετρώ, χωρίς να κάνω καμένες ευχές.
Θα προχωρούσα περισσότερη ώρα ξυπόλυτος,
στο πλακόστρωτο καλντερίμι του χωριού,
αδιαφορώντας για τα βλέμματα που με μαστίγωναν.
θα κυλιόμουνα πάνω στο γκαζόν καθώς
θα με κατάβρεχαν τα μπεκ του αυτόματου
ποτίσματος, με τις ώρες σε εκείνη την όμορφη πλατεία.
Θα άφηνα το παγωτό, καθώς έλιωνε από το χωνάκι,
να τρέξει πάνω στο πηγούνι μου περνώντας
από πάνω την γλώσσα μου για να το
γλείψω χωρίς να το σκουπίσω με χαρτί.
Θα σφήνωνα το στόμα μου σε εκείνη
την φέτα από καρπούζι, χωρίς να με ενδιαφέρει
που έτρεχε το κόκκινο ζουμί στον λαιμό μου
φτύνοντας τα κουκούτσια στο χώμα.
Θα καθόμουν παραπάνω ώρα στο παγκάκι
με εκείνη την πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα
με τα απίστευτα κατακόκκινα σαρκώδη χείλη,
και θα της ψιθύριζα λόγια πάθους στο αυτί της,
κάνοντας της να ανατριχιάζει, με τα πόδια μας πλεγμένα,
και το χέρι μου πάνω στο ζεστό της στήθος!
Μετά θα χαράζαμε τα αρχικά γράμματα των ονομάτων
μας πάνω στο ξύλο και δίπλα το :
θα σ’ αγαπώ για πάντα.
Πάντα! Αυτή η λέξη από μόνη της είναι ψεύτικη.
Τότε ήταν που έσπασαν και οι κρυστάλλινοι καθρέπτες!
Έπρεπε να άφηνα εκείνη την τσιγγάνα
να μου πει την μοίρα μου,
αλλά δεν το έκανα γιατί με φόβισε
η όψη της και τα γαμψά της νύχια…
Ήταν και εκείνο το άγαλμα με το κομμένο χέρι κοντά της
και μια κουκουβάγια επάνω του καθισμένη…
Θυμάμαι όμως που είπε η τσιγγάνα :
Να προσέχεις γιε μου μην φτάσεις
στα ψηλά και πεις ότι ξέχασες να ζήσεις!